κοινολεκτώ


κοινολεκτώ
(AM κοινολεκτῶ, -έω) [κοινόλεκτος]
1. μιλώ ή γράφω στην κοινή γλώσσα, στην καθομιλουμένη
2. μέσ. κοινολεκτούμαι, -έομαι
(για λέξη) είμαι εύχρηστη στην καθομιλούμενη γλώσσα, υπάγομαι στην κοινή γλώσσα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κοινολεξία — η (AM κοινολεξία) [κοινολεκτώ] έκφραση που χρησιμοποιείται από τον λαό, κοινή, συνηθισμένη έκφραση ή φράση («κατὰ τὴν συνήθη κοινολεξίαν», Νικ. Χων.) …   Dictionary of Greek

  • κοινός — ή, ό (AM κοινός, ή, όν, Α αττ. ποιητ. τ. κοινός, όν) 1. αυτός που ανήκει σε πολλούς μαζί, που κατέχεται όμοια από πολλούς ή που χρησιμοποιείται από πολλούς, δημόσιος (α. «κοινή είσοδος» β. «τὸν ἥλιον τὸν κοινὸν ἡμῑν», Μεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek